Η εξέλιξη του παιδιού εξαρτάται από τη σχέση θεραπευτή-εκπαιδευτικού και γονέα.

4 Αυγούστου 2018 / Δήμητρα Αναστασιάδου

Με τη λήξη της σχολικού έτους, μας δίνεται η δυνατότητα να σκεφτούμε και να αναλογιστούμε τη χρονιά που μας πέρασε, να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας ,να ξεκινήσουμε νέες συνεργασίες ή και  να συνεχίσουμε με τις ήδη υπάρχουσες.

Με αφορμή μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με δύο ανθρώπους πολύ σημαντικούς για μένα (με μια μητέρα ενός παιδιού μου και μια γυναίκα που μου δίδαξε τι είναι ειδική αγωγή) αποφάσισα να τονίσω τους λόγους και τη σημαντικότητα της σχέσης μεταξύ γονέα και θεραπευτή.

Ο κάθε θεραπευτής-εκπαιδευτικός έχει την ικανότητα να διδάξει το παιδί νέους τρόπους, μεθόδους και τεχνικές για την προαγωγή δεξιοτήτων τόσο στο κομμάτι του λόγου, έργου και γνωστικού τομέα. Ωστόσο αυτό που πρέπει πάντα να θυμόμαστε είναι ότι εμείς το παιδί το βλέπουμε 2 φορές την εβδομάδα για 45 λεπτά ή και μία ώρα το μέγιστο. Αν αθροίσουμε τις ώρες που παράγουμε έργο σε σύγκριση με τις ώρες των γονέων , τότε θα καταλάβουμε ότι εμείς ανοίγουμε το δρόμο, εκπαιδεύουμε τους γονείς και ουσιαστικά εκείνοι παλεύουν για την γενίκευση όσων έχουμε διδάξει.

Όταν οι γονείς είναι έτοιμοι να συνεργαστούν μαζί μας, δεχόμενοι τις μεθόδους που ακολουθούμε από κοινού για την βελτίωση του παιδιού, τότε υπάρχει μία υπέροχη συνεργασία και πορεία που μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει.

Τι γίνεται όμως όταν η σχέση θεραπευτή-εκπαιδευτικού και γονέα δεν λειτουργεί όπως πρέπει; Τι γίνεται όταν υπάρχει η απαίτηση της αλλαγής του παιδιού, από τον γονέα προς τον θεραπευτή, χωρίς την ανάμειξη του πρώτου στο εκπαιδευτικό πλαίσιο; Πέραν όμως του κομματιού της συνεργασίας υπάρχει και η ιδιοσυγκρασία και η δυναμική των ανθρώπων που ίσως να τους κάνει να μην συμβαδίζουν στην λήψη αποφάσεων για τον τρόπο παρέμβασης. Υπάρχουν θεραπευτές δυναμικοί που έχουν το θάρρος της ευθύτητας, υπάρχουν θεραπευτές διαλλακτικοί και άλλες πόσες διαφορετικές προσεγγίσεις και προσωπικότητες. Το μονό συμπέρασμα; Δεν κάνουμε όλοι για όλους.  Και σαφώς δεν το χρησιμοποιώ με κακία, αλλά αντίθετα με όλο το σεβασμό που με διακατέχει απέναντι στους γονείς και την σχέση που έχω μαζί τους. Η χημεία των ανθρώπων (ας το πούμε έτσι) υπάρχει ακόμη και σε αυτό το κομμάτι που λέγεται ειδική αγωγή. Πως ένας άνθρωπος θα εμπιστευτεί ότι πολυτιμότερο έχει, το παιδί του, σε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του ή τον εκνευρίζει μετά την οποιαδήποτε συζήτηση; Και ας θεωρείται αυτός ο άνθρωπος- θεραπευτής ο καλύτερος στον χώρο του με πολλά πτυχία, γνώσεις κ.α.

Όμως υπάρχει και το αντίστροφο, όταν ο θεραπευτής αρχίζει και πιέζεται από την σχέση με τον γονέα, όταν αυτός ξεπερνά τα όρια που θέτονται μεταξύ τους και παρεμβαίνει στο έργο του ή το κατακρίνει. Εξίσου δύσκολο γιατί αυτό δυστυχώς, θα έχει αντίκτυπο και στο παιδί αφού δεν υπάρχουν τα θεμέλια για τη συνεργασία. Όταν αρχίζει αυτή η σχέση να φθίνει ,καλό είναι να είμαστε ειλικρινείς και να τη λήγουμε διότι μονό το παιδί θα βρεθεί ζημιωμένο από αυτό.

Εξάλλου υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι που μπορούν να παρέχουν το έργο τους και να ταιριάξουν καλύτερα με τους γονείς. Η θεραπευτική σχέση μεταξύ παιδιού – θεραπευτή δεν λήγει, αυτό που λήγει είναι ουσιαστικά η σχέση μεταξύ θεραπευτή και γονέα. Η χημεία που χρειάζεται λοιπόν είναι η καλή επικοινωνία πρώτα με τους γονείς και αν υπάρχει αυτή ,είναι βέβαιο ότι θα υπάρχει εξέλιξη και με το παιδί.